
Η Καλλονή είναι “Μαστοροχώρι του Βοίου”, ο οικισμός δημιουργήθηκε γύρω στο 1690. Η πρώτη επίσημη καταγραφή του χωριού εντοπίζεται το 1797 στα αρχεία της ιστορικής Ιεράς Μονής Ζάβορδας.
Μέχρι το 1927, το χωριό έφερε το όνομα Λούντζι (ή Λούντσι). Η μετονομασία σε “Καλλονή” δόθηκε λόγω της ομορφιάς του τοπίου και των κτισμάτων του. Ένας καταπράσινος, πετρόκτιστος, ορεινός παραδοσιακός οικισμός στα 1080 μέτρα.
Ορεινός και άγονος ο τόπος απο παλιά. Τόπος της πέτρας.
Οι πετράδες του Βοΐου, μάστορες της πέτρας επί τουρκοκρατίας οργανωμένοι σε συντεχνίες που μιλούσαν τα “κουδαρίτικα” (η συνθηματική τους γλώσσα), έχτισαν εκκλησιές, γεφύρια και αρχοντικά σε όλη τη βαλκανική και τη μεσόγειο.
Χρησιμοποιούσαν τοπικά πετρώματα, σχηματίζοντας προσαρμοσμένα στο φυσικό τοπίο κτίσματα. Στις γωνιές των πετρόκτιστων οικίων, σκάλιζαν την ημερομηνία, μορφές ή θρησκευτικά σύμβολα.
Τα πετρόκτιστα “μαστοροχώρια του Βοΐου” , Πεντάλοφος, Βυθός, Δίλοφο, Δασύλλιο και Καλλονή αποτελούν ζωντανά μηνμεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.
“Πετράδες περιζήτητοι σ’όλη την οικουμένη.
Ήλιο με ήλιο κένταγαν, βελόνι και καλέμι.
Χτίζανε σπίτια και σχολειά στα χιόνια στο λιοπύρι.
Γεφύρια, εκκλησιές και ό,τι τους ζητηθεί.”
Η ιστορία του χωριού, όπως και άλλων οικισμών της περιοχής, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ξενιτιά.
Ο ορεινός χαρακτήρας και οι δύσκολες συνθήκες ανάγκασαν πολλούς κατοίκους να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό (κυρίως στις ΗΠΑ) κατά τον 20ο αιώνα.
Η ξενιτιά αποτελεί κεντρικό θέμα στην παράδοση και την δημοτική μουσική του τόπου και της ευρύτερης περιοχής, περιγράφοντας τον αποχωρισμό και τον πόνο των οικογενειών.